Παγκόσμια Ημέρα κατά των Ναρκωτικών

Παγκόσμια Ημέρα κατά των Ναρκωτικών

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα κατά των Ναρκωτικών, και επειδή πιστεύω πως η καλύτερη άμυνα είναι η ενημέρωση και η γνώση, επαναφέρω ένα oldie but goodie ποστ που είχε προκαλέσει εκτενή και σοβαρό διάλογο προς όφελος όλων μας – πέρνει μάλιστα ακόμα hits μέσα από αναζητήσεις της google από όσο μου λέει ο wordpressορας. Παραπέμπω επίσης στο εύλογο σχετικό Point of view cover που δημοσίευσε σήμερα ο Αρκούδος.

————————————————————————————————————

Update: Μετά από την ιδιαίτερα δημιουργική συζήτηση που ακολούθησε, ιδίως προς το τέλος της «ζωής» αυτού του post, αποφάσισα να το εμπλουτίσω με κάποιες extra πληροφορίες που μας προσφέρθηκαν στα σχόλια σε μια πιο ολοκληρωμένη και ευκατανόητη μορφή. Τα νέα κομμάτια παρουσιάζονται σε italics και σε […] ο συνεισφέρων.
Ιδιαίτερη μνεία χρειάζεται για τον Psiloman που δεν είναι blogger και μας πλούτισε με μερικά βαρειά βαρειά «σεντόνια» σαν ανώνυμος.

Και χασικλής ο ΓΑΠ (μην το ξεχνάμε αυτό)

O Γιώργος Παπανδρέου το έχει πει δημόσια: Στην Αμερική? δοκίμασε χασίς. Mαριχουάνα συγκεκριμένα.

ΦΩΣ της ΠΡΑΒΔΑ

…εκείνες τις ουσίες που εξ ορισμού διευρύνουν τη συνείδηση (π.χ. lsd και thc, αν και το lsd μάλλον την ξεχειλώνει). 🙂

J95

Με αφορμή τα παραπάνω σχόλια, αποφάσισα πως η υπόθεση «ναρκωτικά» θέλει πολύ κουβέντα πριν ξεκαθαρίσουν έστω κάποιες βασικές αλήθειες, και αξίζει λοιπόν ένα post στο blog μου. Δεν πρόκειται να κονταρομαχήσω με κανέναν για το τι πιστεύει και τι κάνει – δικαίωμά του και εγώ δεν είμαι ούτε πατέρας, ούτε αδερφός, ούτε κολλητός, ούτε γκόμενος ούτε και μπάτσος για να του αλλάξω τα μυαλά ή να επαινέσω τις ιδέες του. Αντίθετα θα αναφέρω αυτά που είναι αντικειμενικά γνωστά και επιστημονικά αποδεδειγμένα, οπότε και ο καθένας μπορεί να βγάλει τα συμπεράσματά του. Φυσικά, δεν θα κατεβώ σε εξαιρετικές λεπτομέρειες για να μην εξελιχθεί το post σε «κινέζικα» παρά θα προσπαθήσω να απλοποιήσω τα πράγματα όπου αυτό είναι εφικτό χωρίς να παραποιείται η αλήθεια. Ζητώ λοιπόν προκαταβολικά συγνώμη απ’ όσους ξέρουν τα πράγματα σε επίπεδα βαθύτερα των όσων αναφερθούν παρακάτω.

Καταρχήν, ο ίδιος ο όρος «ναρκωτικά» είναι εσφαλμένος. Ναρκωτική λέγεται μια ουσία ικανή να προκαλέσει νάρκωση. Η κατάσταση της νάρκωσης παρουσιάζει τα εξής χαρακτηριστικά:

  • ακινησία: απώλεια της οικειοθελούς κίνησης
  • αμνησία: απώλεια συνείδησης και μνήμης του γεγονότος
  • αναλγησία: απώλεια αίσθησης πόνου
  • αναισθησία: απώλεια των αισθήσεων (αφή, πίεση, θέση του σώματος κτλ.)
  • απώλεια αντανακλαστικών
  • ατονία: χαλάρωση του τόνου των σκελετικών μυώνων

Είναι προφανές πως ελάχιστες ουσίες από αυτές που χρησιμοποιούνται τακτικά σαν recreational drugs μπορούν να προκαλέσουν νάρκωση, και ακόμα και αυτές δεν χρησιμοποιούνται σε τέτοιες δόσεις. Το πραγματικό κοινό σημείο όλων των recreational drugs (και θα προτιμήσω αυτόν τον όρο από εδώ και στο εξής) είναι η ψυχοτρόπος δράση: η διαφοροποιήση δηλαδή της ψυχολογικής κατάστασης και του τρόπου με τον οποίο σχετίζεται ο λήπτης με τον εαυτό του και το περιβάλλον του, έμψυχο και άψυχο. Παρακάτω αναφέρω τον τρόπο δράσης των πιο γνωστών ψυχοτρόπων ουσιών που χρησιμοποιούνται σαν recreational drugs.

Καφεΐνη

Φαρμακοδυναμική: Η καφεΐνη ανήκει χημικά στις ξανθίνες. Η δράση της είναι εντός του κυττάρου, νευρικού και μη, μπλοκάροντας την φωσφοδιεστεράση, ένα ένζυμο που «κλείνει» το μήνυμα της αδρεναλίνης. Τελικό αποτέλεσμα είναι η αύξηση του χρόνου και της έντασης δράσης της αδρεναλίνης και νοραδρεναλίνης που φυσιολογικά χρησιμοποιεί ο οργανισμός μας. Χημικό ανάλογο είναι και η τεοφυλλίνη που, παρόλο το όνομά της, δεν βρίσκεται μόνο στο τσάι αλλά και στον καφέ, την σοκολάτα, την coca-cola κ.α.

Επιβλαβείς ενέργειες: Η καφεΐνη αυξάνει τους καρδιακούς παλμούς, προκαλεί αγγειοδιαστολή, υπόταση/υπέρταση (ανάλογα με το ποιος μηχανισμός έχει το πάνω χέρι: καρδιακός η αγγειακός), νευρικότητα, μείωση της συγκέντρωσης, αυπνία. Η χρόνια χρήση έχει συνδεθεί με αυξημένη συχνότητα υπέρτασης, αθηρωμάτων, αγγειοεγκεφαλικών επισοδείων και εμφράγματος του μυοκαρδίου.

Εξάρτηση: Η καφεΐνη δίνει εξάρτηση τόσο ψυχολογική όσο και σωματική. Η τελευταία ωφείλεται σε ένα «reset» που κάνει ο οργανισμός ωστε να λειτουργεί «φυσιολογικά» ενώ στο αίμα ρέει καφεΐνη. Αποτέλεσμα βέβαια είναι πως θες τουλάχιστον δυο εσπρέσσο για να «ανοίξει το μάτι» το πρωί.

Νικοτίνη

Φαρμακοδυναμική: Περιέχεται στον καπνό, ουσία έντονα λιπόφιλη, περνάει ταχύτατα από τα εισπνεόμενα αέρια καύσης του καπνού στο αίμα και διαχέεται εξίσου ταχύτατα στον εγκέφαλο. Λειτουργεί σαν ανάλογο της ακετυλχολίνης σε συγκεκριμένο είδος υποδοχέα που πήρε και το όνομά της (νικοτινικός). Η ακετυλχολίνη στον εγκέφαλο βρίσκεται κυρίως στον φλοιό και το επιχείλιο σύστημα και παίζει σημαντικό ρόλο στην προσοχή και την συγκέντρωση. Η λήψη νικοτίνης αυξάνει την προσοχή και την συγκέντρωση ενώ λειτουργεί σαν ελαφρύ αγχολυτικό, περιορίζοντας τα αποτελέσματα της «έκρηξης» ντοπαμίνης στον εγκέφαλο σε έκτακτες καταστάσεις.

Επιβλαβείς ενέργειες: Παρότι οι περισσότερες τοξικές δράσεις του καπνίσματος ωφείλονται στα πολλά προιόντα της ατελούς καύσης οργανικής ύλης (πίσσα, μονοξείδιο του άνθρακα, βενζόλιο, κλπ.) η ίδια η νικοτίνη δεν είναι άμοιρη ευθυνών. Η συμβολή της στα καρδιαγγειακά και εγκεφαλικά επεισόδια αλλά και στον ερεθισμό των βρόγχων και επομένως αυξημένο κίνδυνο για χρόνια βρογχίτιδα και άλλες παθήσεις του αναπνευστικού είναι αδιαμφισβήτητη. Φυσικά η σύνδεση του καπνίσματος εν γένει με τον καρκίνο και άλλα προβλήματα υγείας είναι πασίγνωστη. Πέρα από την χρόνια τοξική δράση, η νικοτίνη μπορεί να προκαλέσει ασθματική κρίση, υπέρταση, έντονο πονοκέφαλο, γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση και όξυνση οισοφαγίτιδας, ζαλάδες, εμετό.

Εξάρτηση: Προκαλεί ισχυρότατη σωματική εξάρτηση ωφειλώμενη στο φαινόμενο του down regulation (μείωση του αριθμού των εξειδικευμένων υποδοχέων). Το αποτέλεσμα είναι πως ο καπνιστής πρέπει να λαμβάνει νικοτίνη ώστε να ανταπεξέλθει σε όλο και περισσότερα και λιγότερο απαιτητικά σε συγκέντρωση έργα (μελέτη, χρήση υπολογιστή, διάλογος κτλ.) ενώ γίνεται πάντα πιο απαραίτητη και η αγχολυτική της δράση. Σημαντικό ρόλο παίζει επίσης και η ψυχολογική εξάρτηση, κυρίως σε σχέση με την λιγότερο έντονη αγχολυτική δράση (θετικά αποτελέσματα με placebo: τσίχλα, κομπολόι κτλ.). Ο νικοτινομανής εμφανίζει χαρακτηριστική κρίση με ανησυχία, νευρικότητα, ορθοστατισμό, κνησμό, εφίδρωση.

Αιθυλική αλκοόλη

Φαρμακοδυναμική: Απορροφάται σχετικά γρήγορα ήδη από το στομάχι αλλά και από την στοματική κοιλότητα (όποιος αμφιβάλει ας πιεί μια μπύρα με καλαμάκι). Δρά στους υποδοχείς του GABA όχι σαν ανάλογο παρά ενισχύοντας την δράση του ίδιου («δένει» αλλού πάνω στον υποδοχέα). Το GABA είναι ο κλασσικός «αρνητικός» νευροδιαβιβαστής του νευρικού μας συστήματος (εμποδίζει αντί να εξιτάρει τα νευρικά κύτταρα). Ενισχύοντας λοιπόν το GABA, το αλκοόλ μειώνει την δράση του εγκεφάλου. Συγκεκριμένα, σε μικρές σχετικά δόσεις, «χτυπάει» τον φλοιό και το παραχείλιο σύστημα με αποτέλεσμα την αλλοίωση συναισθημάτων και της κριτικής ικανότητας, ενώ λίγο αργότερα παρατηρούνται καθυστέρηση στην ταχύτητα αντίδρασης σε εξωτερικά ερεθίσματα και μείωση των αντανακλαστικών. Τέλος, επιρρεάζεται η παρεγκεφαλίδα που χρησιμοποιεί ένα πολύπλοκο σύστημα νευρώνων που λειτουργούν με GABA οπότε και χάνεται ο συντονισμός κινήσεων, άρθρωσης και ισσοροπίας.

Επιβλαβείς ενέργειες: Πέρα από τα γνωστά σε όλους άμεσα αποτελέσματα και τις συχνά τραγικές τους συνέπειες, η χρόνια χρήση αλκοόλ οδηγεί σε μη αναστρέψιμη καταστροφή του ήπατος, αρχικά υπό την μορφή στεάτοσης (αντικατάσταση του κανονικού ιστού με λιπώδη) και τελικά την κίρρωση και τον θάνατο.

Εξάρτηση: Ισχυρότατη σωματική εξάρτηση εξαιτίας του φαινομένου της down regulation. Μάλιστα η κρίση του αλκοολικού είναι τόσο έντονη ώστε να μπορεί να χαρακτηριστεί παθολογικό φαινόμενο και να χρήζει ιατρικής περίθαλψης λόγω των όχι σπάνιων επιπλοκών της.

Τετραυδροκανναβινόλη

Φαρμακοδυναμική: Η τετραυδροκανναβινόλη (THC) είναι η βασική δραστική ουσία που περιέχεται στα φύλλα της ινδικής κυρίως κάνναβης. Λιπώδης χημική ουσία, απορροφάται ταχύτατα από τα εισπνεόμενα αέρια καύσης, του πιο συνηθισμένου τρόπου λήψης της. [kkk, KiTaSuMbA] Χημικά παρόμοιες ουσίες που επίσης περιέχονται στην ινδική κάνναβη είναι η κανναβινόλη (CΒN), η καναβιδόλη (CBD) αλλά και πολλές άλλες. Οι ουσίες αυτές είναι χημικά και φαρμακολογικά ανάλογες ενδογενών ουσιών (ενδοκανναβινοειδή) με κύρια την ανανδαμίδη. Ο τρόπος δράσης των ενδοκανναβινοειδών διαφέρει ριζικά από τους κλασσικούς «νευροδιαβιβαστές» (ουσίες-μυνήματα που χρησιμοποιούν οι νευρώνες μεταξύ τους). Πρώτα απ’όλα δεν χρησιμοποιούνται ποτέ αυτόνομες αλλά πάντα σε συνδιασμό με άλλους κλασσικούς νευροδιαβιβαστές και των οποίων την δράση μετατρέπουν. Γι’αυτό συγκαταλέγονται στους λεγόμενους «νευρορυθμιστές». Επιπλέον δεν βρίσκονται «αποθηκευμένες» εντός του κυττάρου, ούτε απελευθερόνονται κατά τρόπο κβαντισμένο όπως οι κλασσικοί νευροδιαβιβαστές. Αντίθετα παράγονται εκείνη την στιγμή (σαν απάντηση σε κάποιο μύνημα) από την ίδια την κυτταρική μεμβράνη και, καθότι εξαιρετικά λιπόφιλες, διαχέονται σε όλο το γυρω περιβάλλον αντί να παραμείνουν περιορισμένες στον χώρο της σύναψης (σημείο επαφής και αλληλεπίδρασης 2 νευρώνων). Ο ταχύτατος καταβολισμός τους συμβάλλει στον περιορισμό της δράσης τους στην άμεση «γειτονιά» του νευρώνα που τις παρήγαγε και μόνο. Ανάμεσα στους νευροδιαβιβαστές που ρυθμίζουν «κατασταλτικά» τα ενδοκανναβινοειδή βρίσκονται η ντοπαμίνη (που παίζει κύριο λόγο στην προσοχή αλλά και την motivation, «φιλτράροντας» τα «ασήμαντα»), η σεροτονίνη (κατεξοχήν εμπλεκόμενη στην συναισθηματική φόρτιση και ερμηνεία των ερεθισμάτων) αλλά και το γλουταμικό οξύ (τον βασικό «θετικό» νευροδιαβιβαστή – που εξιτάρει δηλαδή – στον φλοιό του εγκεφάλου).

Έχοντας υπόψιν αυτήν την δράση, τα γνωστά αποτελέσματα της χρήσης ινδικής κάνναβης εξηγούνται με απόλυτα λογικό τρόπο: μείωση της motivation και της προσοχής σε εξωτερικά ερεθίσματα (introspective effect), αλλοίωση της συναισθηματικής φόρτισης, υποκειμενική «επιβράδυνση» του έξω κόσμου, μείωση της οικειοθελούς κίνησης – κυρίως στο «πέρασμα» από την βούληση/απόφαση στην εκτέλεση του κινητικού προγράμματος, τάση για υπογλυκαιμία.

[kkk, KiTaSuMbA] Υπάρχει ωστόσο μεγάλη μεταβλητότητα στο ποιο ή ποια αποτελέσματα θα υπερέχουν στην τελική έκφραση της δράσης των ουσιών αυτών. Από την μία πλευρά, οι διαφορετικές ουσίες που περιέχονται σε μεταβαλλόμενες ποσότητες στα φύλλα της ινδικής κάνναβης ανάλογα με την «ποιότητα» και «ποικιλία» δρουν με διαφορετική επιλεκτικότητα πάνω στους διαφορετικούς τύπους υποδοχέων. Μέχρι στιγμής έχουν ανακαλυφθεί τρεις τύποι υποδοχέων: CB1 (στο ΚΝΣ), CB2 (σωματικός, περιφερειακοί ιστοί) και CB3 (τόσο σωματικός όσο και ΚΝΣ αλλά με ανταγωνιστική δράση ως προς τους CB1 και CB2). Επίσης, πολλές από τις δραστικές ουσίες ενδέχεται να παρεμβάλονται και στην σύνθεση ή στον καταβολισμό των ενδοκανναβινοειδών. Ακόμα, πρέπει να λάβει κανείς υπόψιν το γεγονός πως όντας «νευρορυθμιστές» τα ενδοκανναβινοειδή και όχι νευροδιαβιβαστές, «πειράζοντάς» τα τροποποιείται το «μύνημα» των δεύτερων αντί ενός καθαρού μυνήματος των πρώτων. Έτσι είναι λογικό πως το τελικό αποτέλεσμα εξαρτάται από τις αρχικές συνθήκες και όχι γραμμικά από την δόση και μόνο. Πρακτικά κάπως έτσι εξηγείται το γεγονός πως το ίδιο «χόρτο» έχει τελείως διαφορετική επίδραση σε 2 διαφορετικούς λήπτες ή ακόμα και στον ίδιο λήπτη σε 2 διαφορετικές στιγμές και εσωτερικές συνθήκες.

Επιβλαβείς ενέργειες: Κατά την λήψη THC παρουσιάζεται οκνηρία, βραδυκινησία, αλλοιώση συναισθηματικής φόρτισης, μείωση της προσοχής και αδυναμία εκμάθησης (το γλουταμικό οξύ εμπλέκεται στο λεγόμενο Long Term Potentiation – LTP, τον βασικό μηχανισμό «αποθήκευσης» μνήμης). Παρότι δεν υπάρχουν στοιχεία για τοξική δράση της THC, αρχικές ενδείξεις υποδεικνύουν πως η χρόνια και έντονη χρήση οδηγεί σε ένα «reset» των συστημάτων που ρυθμίζει (ντοπαμίνη, σεροτονίνη, γλουταμικό οξύ) με αποτέλεσμα την – παρόλα αυτά αναστρέψιμη – αλλοίωση των νοητικών διεργασιών ακόμα και εκτός δράσης του φαρμάκου. Τέλος, καθότι έντονα λιπόφιλη ουσία αλλά και λόγω της «αντιντοπαμινικής» δράσης της, επιδρά και σε όργανα εκτός του εγκεφάλου με ερεθισμό των βρόγχων αλλά και υπογλυκαιμία και δυσκοιλιότητα.

[KiTaSuMbA, kkk]Μπορούμε με σχετική ασφάλεια να πούμε πως η επικινδυνότητα των κανναβινοειδών είναι αρκετά χαμηλή ώστε η λήψη του να μην απαιτεί την άμεση ιατρική παρακολούθηση ούτε και φυσικά να δικαιολογεί τον πανικό των αρχών (όπως τα πρόσφατα πογκρόμ αναπτήρων στα περίπτερα). Παραμένει πάντα προφανώς ο κανόνας πως όταν το παρακάνεις με κάτι, ότι και να’ναι αυτό, άσχημα μαντάτα σε περιμένουν.

Εξάρτηση: Τα επιστημονικά ευρήματα παραμένουν αντικρουώμενα για το αν η εξάρτηση είναι απλά ψυχολογική ή και σωματική (λόγω του reset σε υψηλές και χρόνιες δόσεις). Πάντως δεν φαίνεται να είναι μπλεγμένος σ’αυτήν ο μηχανισμός down regulation των υποδοχέων για τα κανναβινοειδή (CB1, CB2, CB3). Η κρίση εμφανίζεται σχετικά ήπια με αγχώδη συμπεριφορά, ανησυχία, ορθοστατισμό και ψυχολογική αστάθεια.

Βενζοδιαζεπίνες

Φαρμακοδυναμική: Οι βενζοδιαζεπίνες χρησιμοποιούνται σαν ηρεμιστικά, υπνωτικά και αγχολυτικά χάπια (Tavor, Stedon, Dormicum κ.α.). Δρουν και αυτές στον υποδοχέα για το GABA αλλά σε διαφορετική θέση από το αλκοόλ και σε ρόλο ανταγωνιστικό από τις ενδογενείς ουσίες (β-καρβολίνες). Ενισχύουν την δράση του GABA, όχι όμως ανεξάρτητα από αυτό (σε αντίθεση με το αλκοόλ και τα βαρβιτουρικά), αυξάνοντας τις πιθανότητες ενεργοποίησης του υποδοχέα όταν – και μόνο όταν – έρθει σε επαφή με GABA. Σε σχέση με την «δύναμη», την δοσολογία και την ημιζωή του εκάστοτε φαρμάκου επικρατεί η αγχολυτική/ηρεμιστική δράση ή η υπνωτική.

Επιβλαβείς ενέργειες: Υψηλές δόσεις (overdose) μπορούν να προκαλέσουν βαθειά καταστολή του κεντρικού νευρικού συστήματος, κώμα και θάνατο. Επίσης, ο συνδιασμός με βαρβιτουρικά ή αλκοόλ μειώνει δραστικά την θανατηφόρα δόση καθώς δρώντας στον ίδιο υποδοχέα αλλά σε διαφορετική θέση, το ένα πολλαπλασιάζει την δράση του άλλου. Ο έγκαιρος εντοπισμός της δηλητηρίασης απο βενζοδιαζεπίνες επιτρέπει την χρήση κατάλληλου αντιδότου (flumazenil) και την ανάκαμψη του λήπτη.

Εξάρτηση: Όσο μεγαλύτερο χρόνο δράσης παρουσιάζει το εκάστοτε φάρμακο (ημιζωή), τόσο πιο έντονο είναι το πρόβλημα εξάρτησης που προκαλεί. Πρόκειται για καθαρά σωματική εξάρτηση, που παρότι λιγότερο έντονη από αυτή των βαρβιτουρικών, δύσκολα αντιμετωπίζεται αν όχι με την σταδιακή μείωση της δοσολογίας.

Βαρβιτουρικά

Φαρμακοδυναμική: Τα βαρβιτουρικά (π.χ. pentothal) δρουν και αυτά πάνω στον υποδοχέα για το GABA με τρόπο όμως διαφορετικό από τις βενζοδιαζεπίνες. Αυξάνουν την διάρκεια ενεργοποίησης αλλά και τις πιθανότητες αυτής ανεξάρτητα από την έκκριση GABA. Η δράση τους έτσι είναι πολύ πιο έντονη και εντελώς διαχωρισμένη από την φυσιολογική δραστηριότητα του εγκεφάλου. Ισχυρότατα υπνωτικά και ενδοφλέβια αναισθητικά, η χρήση τους πλέον στην ιατρική είναι ιδιαίτερα περιορισμένη, λόγω του μικρού range χρήσης ανάμεσα σε ενεργό και θανατηφόρο δόση, της εντονότατης εξάρτησης και των αυξημένων κινδύνων.

Επιβλαβείς ενέργειες: Καταστολή του ΚΝΣ, κώμα, θάνατος. Ο συνδυασμός με αλκοόλ είναι πραγματικά «εκρηκτικός» και σίγουρος δρόμος για τον τάφο.

Εξάρτηση: Εντονότατη σωματική εξάρτηση, αντιμετωπίζεται πολύ δύσκολα ακόμα και με προσεκτική σταδιακή μείωση της δοσολογίας.

Ηρωίνη

Φαρμακοδυναμική: Η ηρωίνη είναι το προϊόν επεξεργασίας της μορφίνης, ουσίας που βρίσκεται στο ανώριμο ακόμα μπουμπούκι του Pappaverum sonniferum. Τα οππιοειδή λειτουργούν σαν ανάλογα των ενδορφινών, ενδογενών ουσιών με σημαντικό ρόλο στον περιορισμό του σωματικού πόνου αλλά και την «κωδικοποίηση» της ευχαρίστησης. Η λήψη ηρωίνης λοιπόν προκαλεί αναλγησία μαζί με ένα αίσθημα έντονης ευχαρίστησης, χαλάρωσης και ευεξίας. Η μορφίνη χρησιμοποιείται ευρύτατα σαν ισχυρό αναλγητικό για ατίθασους πόνους (π.χ. στους καρκινοπαθείς) αλλά και στην γενική αναισθησία.

Επιβλαβείς ενέργειες: Υψηλές δόσεις (overdose) προκαλούν βαθειά νάρκωση, καταστολή του ΚΝΣ, κώμα και θάνατο. Η έγκαιρη διάγνωση της υπερβολικής δόσης επιτρέπει την χρήση αντίδοτου (naloxone) και την επαναφορά του χρήστη. Επίσης, σημαντικό ρόλο στις βλαβερές συνέπειες της χρήσης ηρωίνης παίζει ο τρόπος λήψης: ενδοφλέβια με επιεικώς πλημελή υγιεινή και δόσεις με διαφόρων ειδών προσμίξεις. Έτσι η συχνότητα για επικίνδυνες μολυσματικές ασθένειες είναι υψηλότατος (AIDS, ηπατίτιδα) ενώ συχνότατες είναι οι φλεβίτιδες, η σηψαιμία, η ενδοκαρδίτιδα – συνθήκες ικανές να σκοτώσουν ανεξάρτητα από την ίδια την ηρωίνη. Τέλος, η βαρύτατη εξάρτηση περιορίζει δραστικά την ζωή του χρήστη που καταντάει μονοσήμαντη: η εύρεση και η λήψη της δόσης (βλέπε παρακάτω). Ο ηρωινομανής έτσι βρίσκει αδύνατη/αδιάφορη την εκτέλεση οποιασδήποτε εργασίας ή κοινωνικής επαφής εκτός της απολύτως απαραίτητης για την εξασφάλιση και κατανάλωση της ηρωίνης.

Εξάρτηση: Στην εξάρτηση από ηρωίνη παίζουν εξίσου σημαντικό ρόλο τόσο η σωματική όσο και η ψυχολογική πλευρά. Η πρώτη οφείλεται κυρίως στην μείωση της ευαισθησίας των υποδοχέων παρά στο down regulation και έχει ως αποτέλεσμα τόσο την ανάγκη για συνεχή αύξηση της δόσης προκειμένου να επιτύχει τα ίδια αποτελέσματα (η δόση που χρειάζεται ενας «παλιός» ηρωινομανής θα σκότωνε άμεσα έναν νέο χρήστη) όσο και την δραματική κρίση που από μόνη της μπορεί να απειλήσει την υγεία του χρήστη και απαιτεί άμεση ιατρική περίθαλψη. Η δεύτερη παίζει τον ρόλο της στην αυτόματη και σχεδόν οικειοθελή απομόνωση και περιθωριοποίηση του χρήστη. Φανταστείτε μια αίσθηση 1000 φορές πιο δυνατή απο τον καλύτερο οργασμό που είχατε ποτέ και προσθέστε την επίγνωση πως μπορείτε να το επαναλάβετε όταν και όσο συχνά θέλετε… Κάθε άλλη ευχαρίστηση γίνεται στο μυαλό σας αυτόματα μηδαμινή και κουραστική στην επιτευξή της (αφού δεν έχει τον αυτοματισμό μιας δόσης). Ο ηρωινομανής ζει για να τρυπιέται και θέλει τεράστιες προσπάθειες και εσωτερική πάλη για να βγει από αυτό το λούκι – προσπάθειες που συχνά αποτυγχάνουν στο πέρασμα του χρόνου.

Κεταμίνη

Φαρμακοδυναμική:Δρα μπλοκάροντας τους υποδοχείς τύπου NMDA του γλουταμικού οξέος με παράλληλη συνέπεια την αύξηση της δραστηριότητας των συστημάτων σεροτονίνης και ντοπαμίνης. Προκαλεί την λεγόμενη «διαχωρισμένη» αναισθησία καθότι κάποιες δομές του εγκεφάλου εξιτάρονται ενώ άλλες καταστέλλονται. Έτσι προκαλεί αναισθησία με έντονη αναλγησία αλλά και ονειρική υπερδραστηριότητα συχνά με παραισθήσεις, αποπροσανατολισμό στον χώρο και τον χρόνο και απότομες αντιδράσεις όπως κλάμα, γέλιο, φωνές χωρίς κάποιο εξωτερικό ερέθισμα που να τις δικαιολογεί. Η κεταμίνη παλαιότερα χρησιμοποιήτο ευρέως σαν ενδοφλέβιο αναισθητικό.

Επιβλαβείς ενέργειες: Τα έντονα ψυχολογικά προβλήματα που παρατηρούνταν σε ασθενείς που χειρουργήθηκαν με αναισθησία κεταμίνης περιόρισαν δραστικά τις περιπτώσεις χρήσης της στην ιατρική. Επίσης έχουν παρατηρηθεί εμετός, ενδοκρανιακή υπέρταση, εξτραπυραμιδικά συμπτώματα, σπασμοί κ.α. που καθιστούν την κεταμίνη κάθε άλλο παρά σίγουρο recreational drug, δεδομένης της λήψης χωρίς ιατροτεχνική υποστήριξη.

Εξάρτηση: Ισχυρή σωματική εξάρτηση ωφειλόμενη στο φαινόμενο του up regulation (αύξηση των υποδοχέων NMDA).

Ecstasy

Φαρμακοδυναμική: H methylen-dioxy-methamphetamine (MDMA), γνωστή σαν ecstasy, εμποδίζει το reuptake, την απομάκρυνση δηλαδή από την σύναψη και το «σβήσιμο του μυνήματος», κυρίως της σεροτονίνης αλλά και της ντοπαμίνης.

[Psiloman]Αυτό γίνεται με έναν ενδιαφέρον μηχανισμό: Αντιστρέφεται ο τρόπος λειτουργίας του μεταφορέα σεροτονίνης του προσυναπτικού κομβίου και….λειτουργεί ανάποδα! Αντί να απομακρύνει σεροτονίνη προσθέτει και άλλη! Αυτό φυσικά βασίζεται και στο πόση σεροτονίνη είναι διαθέσιμη. Ένα ενδιαφέρον αποτέλεσμα αυτού του γεγονότος είναι πως μετά απο μια δόση-όριο MDMA που επιφέρει εξασθένηση των αποθεμάτων σεροτονίνης, επιπλέον δόσεις δεν έχουν επιπλέον ψυχοτρόπο δράση, παρότι η πιθανότητα κακοήθους υπερθερμίας (βλέπε παρακάτω) συνεχίζει να αυξάνεται.

Η «νέα γενιά» της para-methoxyamphetamine (PMA) παρότι λιγότερο ισχυρή επί του συνόλου, είναι πιο επιλεκτική για την σεροτονίνη και κυρίως για το επιχείλιο σύστημα. Το αποτέλεσμα είναι πως αυξάνεται η «κοινωνικότητα» λόγω της συνδυασμένης υπερδραστηριότητας της ντοπαμίνης που ελέγχει το motivation και της σεροτονίνης που «χρωματίζει» συναισθηματικά τα γεγονότα με ένα γενικό «feel good» attitude. Με τον ίδιο μηχανισμό, η ντοπαμινη αυξάνει την προσοχή προς και η σεροτονίνη αυξάνει τον παράγοντα εντυπωσιασμού των εξωτερικών ερεθισμάτων με αποτέλεσμα την «εντατικοποίηση» όλων των αισθήσεων. Σε σχετικά υψηλές δόσεις παρατηρούνται και ελαφριές παραισθήσεις. Η PMA, όντας πιο επιλεκτική για την σεροτονίνη, δίνει πιο συχνές και πιο έντονες παραισθήσεις, παράγοντας που συνησφέρει σημαντικά στην διάδοσή της στα club εις βάρος της παλιότερης MDMA.

Επιβλαβείς ενέργειες: Ο μεγαλύτερος φόβος και για τις 2 αυτές ουσίες είναι η εμφάνιση κακοήθους υπερθερμίας με ραβδομυόλυση (καταστροφή των μυώνων), οξεία ανεπάρκεια πολλαπλών οργάνων (multiple organ failure), κώμα και θάνατο. Το φαινόμενο αυτό ωφείλεται εν μέρει στον τρόπο δράσης της ουσίας (μάλλον ανεξάρτητα από τα ψυχοτρόπα αποτελέσματα) και εν μέρει στην μεταβολική ιδιοσυγκρασία του λήπτη (μια ιδιοσυγκρασία που δύσκολα όμως ανακαλύπτεται πριν την μοιραία χορήγηση). Η εμφάνιση του μάλιστα συχνά γίνεται εντελώς απρόβλεπτη και ατυπική λόγω του συνήθη συνδυασμού με αλκοόλ ή/και με THC.

[KiTaSuMbA]iΗ υπερθερμία αντιμετωπίζεται στην εντατική με καρβεδιλόλη

Πέρα από το οξύ αυτό φαινόμενο, τόσο η MDMA όσο (και ακόμα περισσότερο) η PMA είναι νευροτοξικές για τους νευρώνες που λειτουργούν με σεροτονίνη.

[Psiloman]Η νευροτοξικότητα προέρχεται απο ελευθερες ρίζες που δημιουργούνται κυρίως απο την «λάθος εισαγωγή ντοπαμίνης» στην σύναψη απο τον μεταφορέα που δουλέυει ανάποδα. Για μια αναλυτικότερη θεώρηση του μηχανισμού αυτού δείτε εδώ

Έτσι η χρόνια χρήση προκαλεί μεγάλες κυτταρικές απώλειες με εμφανή ψυχολογικά και νευρολογικά προβλήματα: βαριά κατάθλιψη, ψυχολογική αστάθεια, μείωση της κριτικής ικανότητας, μείωση της κοινωνικότητας κτλ.

[KiTaSuMbA, Psiloman]Πειραματικά, έχουν προταθεί αρκετά φάρμακα ως προστατευτικοί παράγοντες για την νευροτοξική δράση της MDMA. Η πιο «ισχυρή» πρόταση είναι αυτή της φλουοξετίνης (γνωστότερης με το εμπορικό όνομα του αντικαταθλιπτικού Prozac) που δρά μπλοκαροντας εντελώς τον μεταφορέα της σεροτονίνης και δένοντας μοριακά σε διαφορετικό σημείο αυτής της πρωτεΐνης από την MDMA. Το αποτέλεσμα είναι πως η φλουοξετίνη μπλοκάρει την δράση της MDMA (αναστροφή του μεταφορέα) ανεξάρτητα από την δόση της τελευταίας και επομένως μειώνοντας την υπεραυξημένη δράση του συστήματος σεροτονίνης (ενώ από μόνη της την αυξάνει σε σχέση με τα φυσιολογικά επίπεδα). Για περισσότερες πληροφορίες διαβάστε τις εξής δημοσιεύσεις: link1 και link2. Άλλη μια ιδέα είναι ή χορήγηση κάποιου 5ΗΤ-2α αγωνιστή που (α) απασχολεί τον μεταφορέα και (β) επαναφέρει το φάσμα ισχύος στις περιοχές του εγκεφάλου που μειώθηκε η διεγερσιμότητά τους απο το MDMA. Επίσης έχει προταθεί η σύγχρονη χορήγηση των δύο παραπάνων με αντιοξειδωτικά, όπως επίσης και με ουσίες όπως το 5HTP που επαναφέρει σε σύντομο χρονικό διάστημα τα αποθέματα σεροτονίνης. Ωστόσο, πρέπει να θυμίσουμε και πάλι στον αναγνώστη πως όλα αυτά τα αντίδοτα είναι ΑΝΙΚΑΝΑ να εμποδίσουν την εμφάνιση κακοήθους υπερθερμίας λόγω της ανεξαρτησίας του μηχανισμού εμφάνισής της από την ψυχοτρόπο δράση.

Εξάρτηση: Η σωματική εξάρτηση είναι λιγότερο σημαντική απ’ότι στις υπόλοιπες αμφεταμίνες (βλέπε παρακάτω) λόγω της μικρότερης σχετικά επιρροής στο σύστημα της ντοπαμίνης, χωρίς ωστόσο να είναι αμελητέα. Βέβαια την μεγαλύτερη πίεση ασκεί η ψυχολογική εξάρτηση σε συνδυασμό με την υποκουλτούρα της «celebration generation».

Κοκαΐνη

Φαρμακοδυναμική: Η κοκαΐνη αυξάνει την δραστηριότητα κατά τρόπο περίπου ισσοροπημένο όλων των βιογενών αμινών: ντοπαμίνη, νοραδρεναλίνη, αδρεναλίνη, σεροτονίνη, ισταμίνη. Το αποτέλεσμα είναι το τρελό «γκάζωμα» όλων των εγκεφαλικών, και όχι μόνο, δραστηριοτήτων. Παρατηρείται αύξηση της προσοχής και των αισθήσεων, χωρίς όμως ιδιαίτερες τροποποιήσεις των semantics, υπεραισιοδοξία και αύξηση της αυτοπεποίθησης, υπερκινητικότητα, νευρικότητα, ταχυκαρδία, αύξηση της αρτηριακής πίεσης κ.α. Ο οργανισμός στήνεται σαν «έτοιμος για δράση» ενώ παράλληλα πέφτει η ικανότητα συγκέντρωσης.

Επιβλαβείς ενέργειες: Υψηλές δόσεις κοκαΐνης μπορούν να γίνουν άμεσα επικίνδυνες λόγω υπερτασικής κρίσης και αρυθμίες που μπορούν να προκύψουν από την υπερβολική ταχυκαρδία. Η επίσταση είναι επίσης πολύ συχνό φαινόμενο. Η χρόνια χρήση προκαλεί υποσμία/ανοσμία εξαιτίας της καταστροφής του βλεννογόνου της μύτης ενώ αυξάνει δραστικά τον κίνδυνο καρδιαγγειακών παθήσεων.

Εξάρτηση: Προκαλεί ισχυρότατη σωματική εξάρτηση σε βαθμό που ο χρήστης μπορεί να είναι αναγκασμένος στην λήψη κοκαΐνης ακόμα και για να εκτελέσει τις πιο απλές εργασίες κυρίως σε σχέση με κοινωνική επαφή.

Αμφεταμίνες

Φαρμακοδυναμική: Οι αμφεταμίνες αυξάνουν όλες τις βιογενείς αμίνες (αδρεναλίνη, νοραδρεναλίνη, ντοπαμίνη, σεροτονίνη) αλλά κατά πρώτο και κύριο λόγο την ντοπαμίνη. Διαφέρουν κυρίως για την ένταση και την διάρκεια δράσης, ωστόσο κοινός παρανομαστής είναι η αύξηση της προσοχής, η μείωση της όρεξης και η ελαχιστοποίηση της ανάγκης για ύπνο, ο οποίος και είναι εξαιρετικά ανήσυχος. Παράλληλα η δυνατότητα συγκέντρωσης μειώνεται με αποτέλεσμα ο λήπτης να καταβάλει υπερβολικές προσπάθειες για να μείνει εστιασμένος σε ένα συγκεκριμένο task, ενώ εμφανίζεται νευρικότητα, ανησυχία και άγχος. Ταχυκαρδία και αύξηση της αρτηριακής πίεσης είναι μόνιμοι συνοδοί της χρήσης αμφεταμίνης. Χρησιμοποιούνται ευρύτατα από fitness freaks για την ανορεξία που προκαλούν αλλά και από φοιτητές για την μείωση του χρόνου που «σπαταλιέται» σε ύπνο.

Επιβλαβείς ενέργειες: Οι αμφεταμίνες προκαλούν αυπνία, ανήσυχο ύπνο, νευρικότητα, άγχος, ριζικές συμπεριφοριακές αλλαγές («αλλαγή προσωπικότητας»). Έχουν επίσης περιγραφεί ψυχώσεις σε άμεση σχέση με την λήψη τους. Τέλος, χαρακτηριστικό είναι το burn out effect που παρουσιάζεται πάντα αμέσως μετά το πέρας της δράσης τους και οφείλεται σε εξάντληση των αποθεμάτων νευροδιαβιβαστών του ΚΝΣ. Μάλιστα, όσο πιο μεγάλος ο χρόνος δράσης της εκάστοτε αμφεταμίνης, τόσο πιο έντονο και διαρκές θα είναι το effect.

Εξάρτηση: Ιδιαίτερα ισχυρή σωματική εξάρτηση, καθηλώνει τον χρήστη σε συνθήκες «αναπηρίας» εν απουσία της ουσίας. Χαρακτηριστική η κρίση με μυικούς σπασμούς, έντονη κατάθλιψη, βραδυκινησία.

LSD

Φαρμακοδυναμική: Το LSD δρά ενεργοποιόντας αρχικά τους υποδοχείς 5-HT2 για την σεροτονίνη και σε δεύτερη φάση (περίπου 60 – 90 λεπτά αργότερα) τους υποδοχείς D2 για την ντοπαμίνη. Για περισσότερες λεπτομέρειες διαβάστε Minuzzi et al. και Marona-Lewicka et al.. Αρχικά λοιπόν εξιτάρει το σεροτονινεργικό σύστημα με αλλοίωση της συναισθηματικής φόρτισης και ένταση της ονειρικής δραστηριότητας ενώ αργότερα επέρχεται η τροποποίηση της λειτουργίας του ντοπαμινεργικού συστήματος με αλλαγές στο «φιλτράρισμα» των ερεθισμάτων. Από αυτά τα 2 γεγονότα προκύπτει η έξαρση του φαντασιακού και η αδυναμία διάκρισης αυτού από την πραγματικότητα αλλά και η ψυχωσική συμπεριφορά που εν τέλει καταλαμβάνει τον λήπτη. Αυτό το μπέρδεμα του ονειρικού με το συνειδητό έκανε το LSD ιδιαίτερα δημοφιλές σε καλλιτεχνικούς κύκλους, ιδίως στους σουρεαλιστές και τους μουσικούς της ψυχεδελικής ροκ. Αρχικά το LSD σχεδιάστηκε για την χημική υποβολή της ύπνωσης σαν βοήθημα στην ψυχανάλυση αλλά γρήγορα εγκαταλήφθηκε λόγω των έντονων παρενεργειών (υψηλή συχνότητα ψυχώσεων – βλέπε παρακάτω).

Επιβλαβείς ενέργειες: Εκτός από τις τραγικές αλλαγές στην αντίληψη και την συμπεριφορά κατά την διάρκεια δράσης του φαρμάκου που συχνά εκδηλώνονται με βίαιες αντιδράσεις και ψυχώσεις ή ακόμα και αυτοκτονίες, η χρήση LSD είναι στενά συνδεδεμένη με την εμφάνιση ψυχώσεων και μετά την πάροδο της δράσης του και όχι απευθείας ανάλογα με την συχνότητα χρησης. Φαίνεται πως σημαντικό ρόλο παίζουν τόσο ενδογενείς παράγοντες και προδιάθεση όσο και παράγοντες που σχετίζονται με το εξωτερικό περιβάλλον και συνθήκες κατά την λήψη του φαρμάκου. Έχοντας βαθειά τροποποιήσει την συνείδηση και την εμπειρία του χρήστη για τον κόσμο, και με δεδομένη την αδυναμία του ίδιου να ξεχωρίσει το αληθινό ή το ονειρικό των διαφόρων εμπειριών του, η ψύχωση είναι απλά το ένα βήμα παραπάνω.

Τέλος, υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις πως το LSD είναι νευροτοξικό λόγω της υπερέκρισης γλουταμικού οξέως που προκαλεί.

[Psiloman, KiTaSuMbA]Για αυτό το τελευταίο υπάρχουν αντικρουώμενα επιστημονικά ευρήματα, καθότι άλλα ισχυρίζονται πως μειώνεται η δράση των υποδοχέων NMDA για το γλουταμινικό οξύ (Arvanov et. al.)ενώ άλλα παρουσιάζουν αυξημένη εξωκυτταρική συγκέντρωση γλουταμινικού οξέως (Muschamp et. al.). Το γλουταμινικό οξύ από κάποιες συγκεντρώσεις και πάνω είναι νευροτοξικό καθότι προκαλόντας υπερδιέγερση και υπερμεταβολισμό των νευρώνων οδηγεί στην δημιουργία τοξικών «ελεύθερων ριζών» που σηματοδωτούν στο κύτταρο την έναρξη της «απόπτωσης» (προγραμματισμένος κυτταρικός θάνατος σε αντιδιαστολή με την απλή «λύση» του κυττάρου που ελευθερώνοντας περεταίρω τοξικούς μεταβολήτες θα «σκότωνε» και τα γειτονικά του υγιή κύτταρα). Τελευταία πάντως η πλάστιγγα τείνει να γύρει υπέρ της μη τοξικότητας όπως μπορείτε να διαβάσετε εδώ και εδώ.

Εξάρτηση: Οι μέχρι τώρα ενδείξεις υποστηρίζουν ένα κεντρικό ρόλο στην ψυχολογική εξάρτηση παρά σε μόνιμες βιοχημικές αλλαγές στον εγκέφαλο. Ώστοσο, λόγω της ιδιαίτερα έντονης ψυχοτρόπου δράσης, η εξάρτηση αυτή δεν είναι καθόλου εύκολο να ξεπεραστεί.

Συμπεράσματα:
Τα recreational drugs είναι ακριβώς αυτό: drugs… δηλαδή φάρμακα. Και τα φάρμακα είναι ΠΑΝΤΑ και ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ και φαρμάκια! Από εκεί και πέρα ο καθένας είναι ελεύθερος να ζήσει την ζωή του όπως θέλει και να πάρει όσα ρίσκα θεωρεί σωστό για τα αντίστοιχα «benefits».

[KiTaSuMbA, απάντηση στον Thrass]

Περί ασφαλούς δοσολογίας:

H ιατρική δεν είναι ακριβής επιστήμη. Όλα κρίνονται για τον εκάστοτε άνθρωπο και υπό τις εκάστοτε συνθήκες. Αυτό σημαίνει πως δεν μπορούμε να δώσουμε ένα ακριβές «συνταγολόγιο» με universal ασφαλείς δόσεις. Οι παράγοντες από τους οποίους εξαρτόνται τόσο οι παρενέργειες όσο και η εμφάνιση εξάρτησης είναι πάρα πολλοί και αρκετοί από αυτούς δεν μπορούν να μετρηθούν ποσοτικά.

Εξάλλου πολλές επιζήμιες ενέργειες δεν είναι κατευθείαν ανάλογες με την δόση (dose-dipendent) τόσο σε ένταση όσο και πιθανότητες εμφάνισης, όπως πχ. η κακοήθης υπερθερμία από MDMA ή η ψύχωση ύστερα από λήψη LSD.

Από θεωρητική άποψη, όλες οι δόσεις και οι συχνότητες χρήσης είναι επιβλαβείς. Είπαμε πως κάθε φάρμακο είναι και φαρμάκι, προκαλεί δηλαδή ΠΑΝΤΑ και κάποιες ζημιές, έστω αμελητέες. Η χορήγηση του φαρμάκου στην ιατρική βασίζεται στην κεντρική ιδέα πως ζυγίζοντας τα ευεργετικά αποτελέσματα με τα επιζήμια, τα πρώτα υπερτερούν στην συνολική υγεία του ατόμου (σε αντίθετη περίπτωση, το φάρμακο δεν χορηγείται – είναι η κλασσική περίπτωση των αντενδείξεων). Ένας υγιής άνθρωπος δεν έχει να λάβει κανένα αντικειμενικά ευεργετικό αποτέλεσμα στην υγεία του πέρνοντας οποιοδήποτε φάρμακο. Έτσι, και τα μικρότερα επιβλαβή αποτελέσματα οδηγούν σε αρνητικό ισοζύγιο και άρα αντενδεικνύεται η λήψη.

Για να το κάνω λίγο πιο πρακτικό το θέμα, θα αναφέρω το εξής παράδειγμα. Κάνοντας πειράματα με ένα φάρμακο που ενισχύει την δράση των ενδοκανναβινοειδών (μπλοκάροντας το reuptake και τον επόμενο καταβολισμό τους) ανακαλύψαμε πως οι δόσεις ικανές να βελτιώσουν το Attention Deficit Hyperactivity Disorder σε ασθενή πειραματόζωα ήταν εντελώς ανίκανες να παράγουν οποιοδήποτε effect στα υγιή. Αντίθετα, για παράδειγμα, η ποσότητα διγιταλίνης που θα δώσεις σε κάποιον με καρδιακή ανεπάρκεια μπορεί σχεδόν σίγουρα να σκοτώσει κάποιον υγιή άνθρωπο. Αυτό το range χρησιμότητας του φαρμάκου λέγεται «θεραπευτικός δείκτης» και ορίζεται ως εξης: η διαφορά ανάμεσα στην ελάχιστη δόση ικανή να προκαλέσει θεραπευτικά αποτελέσματα στο 50% των ληπτών με την ελάχιστη δόση ικανή να προκαλέσει τον θάνατο (ή τοξικά αποτελέσματα) στο 50% των ληπτών. Πολύ χοντρικά, μπορούμε να πούμε πως από τα αναφερθέντα recreational drugs αυτά με τον μεγαλύτερο θεραπευτικό δείκτη είναι η καφεΐνη, η THC, το αλκοόλ και η νικοτίνη ενώ τον μικρότερο έχουν τα βαρβιτουρικά και η κοκαΐνη. Ωστόσο, πρέπει να έχουμε υπόψιν μας πως αρκετά φαρμακάκια εδώ έχουν βαρύτατες συνέπειες που δεν είναι dose-dipendent όπως για το LSD, το MDMA ή τις αμφεταμίνες οπότε και δεν μπορούν να μετρηθούν με τον θεραπευτικό δείκτη ενώ η βαρύτατη σωματική εξάρτηση στα οππιοειδή τον καθιστά άχρηστο για τους χρόνιους χρήστες (η δόση ικανή να «φτιάξει» έναν παλιό ηρωινομανή θα σκοτώσει σίγουρα έναν νέο χρήστη).

Περί αντιδότων:

Επειδή τα περισσότερα επιζήμια αποτελέσματα αυτών των φαρμάκων είναι άμεσα συνδεδεμένα με τον τρόπο δράσης τους, δεν μπορούμε ουσιαστικά να αναιρέσουμε την ζημιά χωρίς να «χάσουμε» και τα «καλά» τους. Η «επιλεκτική» προστασία απέναντι σε συγκεκριμένα μόνο effects παρά σε άλλα δυσχαιρένεται ακόμα περισσότερο επειδή είναι σχεδόν αδύνατο να γνωρίζεις την πραγματική δόση ή τυχόν προσμίξεις άλλων ουσιών.

Επίσης δεν πρέπει να ξεχνάμε πως και τα αντίδοτα φάρμακα είναι, και επομένως έχουν και αυτά το δικό τους φορτίο από ανεπιθύμητες ενέργειες. Για παράδειγμα, ακόμα και στην περίπτωση που χορηγήσουμε ένα προς ένα ανταγωνιστή του προηγούμενου φαρμάκου (μπλοκάροντας και τα επιθυμητά effects), αν υποθέσουμε πως και τα δύο καταβολίζονται στο σηκώτι, αυξήσαμε την τοξικότητα σε αυτό το όργανο με λογαριθμικό τρόπο. Είναι ένας πολύ «άγαρμπος» τρόπος αντιμετώπισης των ιατρογενών προβλημάτων αυτός, που δυστυχώς χρησιμοποιείται κατά κόρον στις ΗΠΑ. Αντίθετα μια τέτοια λογική θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί μόνο αφού εξαντληθούν τα περιθώρια «καλιμπραρίσματος» της δόσης ή και ριζικής αλλαγής της δραστικής ουσίας και του θεραπευτικού προτοκόλου.

Εν γένει πάντως, μπορούμε να πουμε με απόλυτη σιγουριά πως τα βίαια ψυχοτρόπα, νευρολογικά και σωματικά (κυρίως καρδιαγγειακά) γεγονότα που προκαλούν αυτές οι ουσίες δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με «αγγουράκι, καροτάκι και λαδάκι» ή με αλχημείες «μαθητευόμενων μάγων» όπως «το παράκανες με ecstasy; Πιες και λίγο πιοτό να σε κατεβάσει λιγάκι!». Σίγουρα, όσο πιο υγιής είναι η ψυχική και σωματική ζωή του λήπτη, τόσο περισσότερες πιθανότητες έχει να ανταπεξέλθει στις επιβλαβείς ενέργειες και να περιορίσει τις μόνιμες ζημιές, αλλά ως εκεί. Και την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο δεν γίνεται λέει ο λαός και εδώ κολλάει «γάντι».